αἶθοψ

αἰθοψ, οπος, ([etym.] αἰθός, ὄψ)
A fiery-looking, in Hom. as epith. of metal, flashing,

αἴθοπι χαλκῷ Il.4.495

, etc.; and of wine, sparkling (or 'fiery', cf. Epigr. ap. Luc.Dips.6),

αἴθοπα οἶνον 4.259

, etc.; once of smoke, mixed with flame (cf. αἴθαλος), Od.10.152; αἶ. φλογμός, λαμπάς, E. Supp.1019, Ba.594 (both lyr.).
2 black, Opp.H.1.133, etc.;

αἴθοπι κισσῷ App.Anth.3.166

(Procl.).
II metaph., fiery, keen,

λιμός Hes.Op.363

;

μῶμος Tim. Pers.223

;

δίψη Nonn.D.15.7

; [pref] βα-

σκανίη AP5.217

(Agath.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αίθοψ — αἶθοψ ( οπος), ο, η (Α) 1. ο όμοιος με φωτιά, πυρώδης, πύρινος 2. (για μέταλλα) αστραφτερός, λαμπερός 3. (για κρασί) σπινθηροβόλος ή αφρώδης 4. (για καπνό) ο ανάμικτος με φλόγες 5. σκοτεινός, σκούρος 6. ορμητικός, βίαιος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἴθω ή… …   Dictionary of Greek

  • αἶθοψ — masc/fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἴθοπα — αἶθοψ masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἴθοπας — αἶθοψ masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἴθοπες — αἶθοψ masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἴθοπι — αἶθοψ masc/fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἴθοπος — αἶθοψ masc/fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Вино в иудаизме и христианстве — Проверить адекватность изложения маргинальных теорий. Проверить изложение на соответствие ВП:МАРГ и ВП:ВЕС. На странице обсуждения могут быть подробности. Вино в Библии напиток, приготавливаемый преимущественно и …   Википедия

  • νώροψ — νῶροψ, οπος, ό, ή (Α) 1. (κυρίως ως επίθ. τού χαλκού) στιλπνός, αστραφτερός («ἐν δ αὐτὸς ἐδύσατο νώροπα χαλκόν», Ομ. Ιλ.) 2. (γενικά) λαμπρός, φωτεινός 3. (κατά τον Ησύχ.) «νῶροψ λαμπρός, ὀξύφωνος, ἔνηχος, ἤ ὅτι τὴν ὄψιν ἀσθενῆ ποιεῑ». [ΕΤΥΜΟΛ. Ο …   Dictionary of Greek

  • ai-dh-, i-dh-, nasal. i-n-dh- (*heu̯i-ĝh-) —     ai dh , i dh , nasal. i n dh (*heu̯i ĝh )     English meaning: to burn     Note: Common Illyr. ĝh > dh phonetic mutation     Deutsche Übersetzung: “brennen, leuchten”     Material: O.Ind. inddhē “ inflamed, is aroused “ (pass. idhyáte,… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.